ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 

(Κ.Ι. Δεσποτόπουλος στὸ Παγκόσμιο Βιογραφικὸ Λεξικὸ τῆς Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν, τ. 4, 1985, 243-4)

Πάτρα, 1902 – [Ἀθήνα 1986]. Πολιτικὸς ἀρχηγός, κοινωνιολόγος, ἱστορικός, φιλόσοφος καὶ ἀκαδημαϊκός, μὲ τεράστιο συγγραφικὸ ἔργο, ἀπὸ τὴ μητέρα του ἀνιψιὸς τοῦ Δημητρίου Γούναρη. Σπούδασε διαδοχικὰ στὸ Α ́ Γυμνάσιο Πατρῶν, στὴ Νομικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν (1919- 20), στὴ Νομικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης (1920-23) καὶ στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Μονάχου (1923). Τὸ 1925 ἔγινε μέλος τῆς «Ἑταιρείας Κοινωνικῶν Ἐπιστημῶν» μὲ πρόταση τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαναστασίου. Τὸν ἐπόμενο χρόνο διορίστηκε γενικὸς γραμματέας τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Τὸ 1929 ἔγινε ὑφηγητὴς καὶ τὸ 1933 καθηγητὴς τῆς Κοινωνιολογίας στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν καὶ ἡ διδασκαλία του, ἤδη ἀπὸ τὸ 1930, εἶχε ἄκρα ἐπιτυχία καὶ αὔξουσα φήμη καὶ συρροὴ ἀκροατῶν. Ὑπῆρξε ἐπίσης ἐκδότης (ἀπὸ τὸ 1929) μαζὶ μὲ τοὺς Ἰωάννη Θεοδωρακόπουλο, Κωνσταντίνο Τσάτσο καὶ Μ. Τσαμαδό, τοῦ ρηξικέλευθου τότε περιοδικοῦ Ἀρχεῖον Φιλοσοφίας καὶ Θεωρίας τῶν Ἐπιστημῶν. Σύζυγός του (ἀπὸ τὸ 1935) ἡ Θεανώ Πουλικάκου.

 

Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1935 ὁ Κανελλόπουλος δημοσίευσε περίφημα ἄρθρα στὴν ἐφημερίδα Ἀκρόπολις ὑπὲρ τῆς ἀβασίλευτης Δημοκρατίας καὶ τὸ φθινόπωρο τοῦ ἴδιου χρόνου ἀπολύθηκε ἀπὸ τὴν πανεπιστημιακὴ ἕδρα του, μετὰ τὴν ἄρνησή του νὰ ὁρκιστεῖ πίστη στὸν βασιλέα. Στὶς 15 Δεκ. 1935 ἵδρυσε τὸ «Ἐθνικὸν Ἑνωτικὸν Κόμμα» καὶ μετέσχε στὶς βουλευτικὲς ἐκλογὲς τοῦ Ἰανουαρίου 1936 μὲ σύνθημα τὴν ὑπερνίκηση τοῦ ἐθνικοῦ διχασμοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ ἐκλεγεῖ οὔτε ὁ ἴδιος.

 

Λίγους μῆνες ἀργότερα ὑπόμνημά του πρὸς τὸ βασιλιὰ Γεώργιο Β ́ ἐναντίον τῆς δικτατορίας τοῦ Μεταξά, γραμμένο σὲ ὑψηλὸ ἠθικὸ τόνο, εἶχε ὡς συνέπεια τὴ σύλληψή του ἀπὸ τὴν ἀστυνομία τῆς Δικτατορίας τὴ νύκτα τῆς 7ης πρὸς τὴν 8η Φεβρουαρίου 1937 καὶ τὴν ἐκτόπισή του ἀρχικὰ στὴν Κύθνο (ὣς τὸν Σεπτέμβριο 1938), ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Καλὴ Ράχη τῆς Θάσου (ὣς τὸν Μάϊο 1939) καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Κάρυστο ὣς τὴν 4η Νοεμβρίου 1940.

 

Τὸν Νοέμβριο 1940 κατατάχθηκε ὡς ἐθελοντὴς καὶ ἐντάχθηκε στὴ 13η Μεραρχία. Ὥς τὸν Φεβρουάριο 1941 ὑπηρέτησε ὡς ἁπλὸς στρατιώτης στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ μετώπου τῆς περιοχῆς Πόγραδετς. Τὸν Φεβρουάριο 1941 τοποθετήθηκε στὴν Κορυτσά. Τὸν Ἰούνιο 1941, λίγες ἑβδομάδες μετὰ τὴν κατάληψη τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ τοὺς Γερμανούς, υἱοθέτησε πρόταση τοῦ συνεργάτη του Κωνσταντίνου Περρίκου (ποὺ τὸ 1943 «ἐκτελέστηκε» ἀπὸ τοὺς Γερμανούς), γιὰ ἵδρυση ἀντιστασιακῆς ὀργάνωσης. Στὶς 31 Μαρτίου 1942, καταζητούμενος ἀπὸ τὶς Ἀρχὲς Κα- τοχῆς, κατόρθωσε νὰ διαφύγει ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὕστερα ἀπὸ τριήμερο ταξίδι μὲ ψαρόβαρκα ἔφτασε στὶς 3 Ἀπριλίου 1942 στὴν Ἐρυθραία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

 

Ἀπὸ τὸν Μάϊο 1942 ὣς τὸν Μάρτιο 1943 ὁ Κανελλόπουλος μετεῖχε ὡς ἀντιπρόεδρος καὶ ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης στὴν ἐξόριστη κυβέρνηση τῆς Ἑλλάδας μὲ πρωθυπουργὸ τὸν Ἐμμανουὴλ Τσουδερὸ καὶ μὲ ἕδρα βασικὰ τὴν Αἴγυπτο. Ἐκπροσώπησε τὴν κυβέρνηση ἐκείνη σὲ δύσκολες ὧρες τῶν σχέσεών της μὲ τοὺς Συμμάχους καὶ ἔλαβε ὡς ὑπουργὸς ὀργανωτικὲς πρωτοβουλίες τολμηρὲς μὲ πνεῦμα ὑπερκομματικό. Συμμετέσχε στὸ Συνέδριο τοῦ Λιβάνου ἀπὸ 17 ὣς 20 Μαΐου 1944, καὶ τὸν Ἰούνιο 1944 ἔγινε ὑπουργὸς Ἀνασυγκροτήσεως καὶ προσωρινὰ τῶν Οἰκονομικῶν στὴν κυβέρνηση ἐθνικῆς ἐνότητας μὲ πρωθυπουργὸ τὸν Γεώργιο Παπανδρέου.

 

Κατὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδας (1944), ἐκπλήρωσε κρίσιμη σωστικὴ ἀποστολὴ στὴν Πελοπόννησο, ὅπου ἔφτασε (27 Σεπτεμβρίου) ὡς γενικὸς πληρεξούσιος τῆς κυβέρνησης. Ἀντιμετώπισε τὴν ἐκεῖ ἔκρυθμη κατάσταση μὲ ὑπερκομματικὸ φρόνημα καὶ πέτυχε, μὲ γενναῖες πρωτοβουλίες, νὰ ἀποτρέψει, ὅπου πρόλαβε νὰ φτάσει, τὶς αἱματηρὲς συγκρούσεις. Ἀπὸ 28 ὣς 30 Σεπτεμβρίου, ἔξω ἀπὸ τὴν πολιορκημένη Τρίπολη, κατόρθωσε νὰ ματαιωθεῖ ἡ ἐπικείμενη ἐπίθεση τοῦ ΕΛΑΣ ὑπὸ τὸν ἌρηΒελουχιώτη ἐναντίον τῶν ὀχυρωμένων στὴν πόλη ἀνδρῶν τῶν «Ταγμάτων Ἀσφαλείας». Μὲ τὴν ἐνέργειά του αὐτὴ ἀποσόβησε μεγάλη αἱματοχυσία καὶ προφύλαξε τὸν ἄμαχο πληθυσμὸ ἀπὸ σοβαρὲς ἀπώλειες καὶ ἄλλα δεινά. Στὶς 24 Ὀκτωβρίου ἔγινε ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Στὶς 4 Ἰανουαρίου 1945 παραιτήθηκε, ὅπως καὶ ὁλόκληρη ἡ κυβέρνηση Παπανδρέου, καὶ παρέμεινε δίχως ὑπουργικὲς εὐθύνες ἐπὶ δέκα μήνες. Τὴν 1η Νοεμβρίου 1945 σχημάτισε κυβέρνηση καὶ ἔμεινε πρωθυπουργὸς ὣς τὶς 22 Νοεμβρίου.

  

Ἀπὸ τὸν Μάρτιο 1946 ὣς τὸν Φεβρουάριο 1964 ἐκλέχτηκε ἐννέα φορὲς βουλευτής, ἄλλοτε Ἀχαΐας καὶ ἄλλοτε Ἀθηνῶν, καὶ βρέθηκε στὸ Κοινοβούλιο ἀδιάπτωτα ὣς τὸ 1967. Στὴν ἴδια περίοδο μετέσχε πολλῶν κυβερνήσεων ὡς ὑπουργὸς ἢ καὶ ἀντιπρόεδρος, ἀλλὰ καὶ ἔμεινε ἐκτὸς κυβερνήσεως (Αὐγ. 1947 - Ἰαν. 1949, Ἰαν. - Μάρτ. 1950, Ἀπριλ. 1950 - Νοέμβρ. 1952, Ὀκτ. 1955 - Ἰαν. 1959, Ἰούλ. 1963 - Ἀπρ. 1967). Διετέλεσε ἐπίσης (Σεπτ. - Δεκ. 1950) ἀρχηγὸς τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας στὴ Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἠνωμένων Ἐθνῶν στὴ Νέα Ὑόρκη.

 

Τὸ 1959 ἐκλέχθηκε τακτικὸ μέλος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Τὸν Ἰούλιο 1961 ὑπέγραψε τὴ συμφωνία σύνδεσης τῆς Ἑλλάδας μὲ τὴν Εὐρωπα- ϊκὴ Οἰκονομικὴ Κοινότητα. Μετὰ τὶς ἐκλογὲς τοῦ Νοεμβρίου 1963, ὁ Κανελλόπουλος ἔγινε ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῆς ΕΡΕ, ποὺ εἶχε ἱδρύσει ὁ Κωνσταντῖνος Καραμανλής. Στὶς 3 Ἀπριλίου 1967 σχημάτισε κυβέρνηση μὲ ἀποστολὴ τὴν διεξαγωγὴ βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Ἐνῶ προετοίμαζε ὅμως τὴν ἄψογη ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς, ἔγινε τὴν 21η Ἀπριλίου πραξικόπημα ὁμάδας ἀξιωματικῶν, ποὺ κατέλυσε τὴν δημοκρατία. Μὲ τὸ ἠθικὸ σθένος του δικαίωσε τότε ὁλοσδιόλου τὴν πρὸς τὸ πρόσωπό του ἐμπιστοσύνη. Ἀρνήθηκε οἱοδήποτε συμβιβασμὸ πρὸς τοὺς πραξικοπηματίες καὶ ἐπὶ ἑπτὰ χρόνια διεξήγαγε ἀνένδοτο ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ ἄνομου καθεστῶτος καὶ συνέβαλε σὲ μεγάλο βαθμό, ὥστε οἱ παράνομες κυβερνήσεις τῆς ἑπταετίας νὰ μὴν ἀποκτήσουν λαϊκὴ συναίνεση.

 

Εὔλογα ὁ Κανελλόπουλος ὑπῆρξε τὸ κύριο πρόσωπο στὴ δραματική, μετὰ τὴν εἰσβολὴ τῶν Τούρκων, στὴν Κύπρο, σύσκεψη τῆς 23ης Ἰουλίου 1974 γιὰ τὴν παράδοση τῆς κυβέρνησης ἀπὸ τοὺς στρατιωτικοὺς στὴν πολιτικὴ ἡγεσία τῆς χώρας. Τὴν τελευταία στιγμὴ ἀποκλείσθηκε ἀπὸ τὴν προεδρία στὴν ὑπὸ σχηματισμὸ κυβέρνηση. Δὲν μετέσχε στὴν κυβέρνηση ἐκείνη οὔτε καὶ στὶς βουλευτικὲς ἐκλογὲς τοῦ Νοεμβρίου 1974, μετέσχε ὅμως στὶς βουλευτικὲς ἐκλογὲς τοῦ Νοεμβρίου 1977 καὶ τοῦ Ὀκτωβρίου1981 καὶ ἐκλέχθηκε βουλευτὴς Ἐπικρατείας καὶ στὶς δύο αὐτὲς ἐκλογές, ἐνταγμένος στὸ ψηφοδέλτιο τοῦ κόμματος τῆς «Νέας Δημοκρατίας» ὡς ἀνεξάρτητος. Μὲ τὶς ὑποδειγματικὲς ἀγορεύσεις του σὲ θέματα σπουδαῖα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοῦ 1977-81 καὶ τῆς Βουλῆς τοῦ 1981-85 ἐπιβλήθηκε στὴ συνείδηση τοῦ λαοῦ καὶ τῶν βουλευτῶν ὡς ὑπερκομματικὸς πολιτικός, σεβαστὸς ἀπὸ ὅλες τὶς πτέρυγες τοῦ Κοινοβουλίου.

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΙΛΩΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ

Πολυγνώτου 3 Πλάκα, Αθήνα, 105 55